Δευτέρα, 9 Μαΐου 2011

Το τραπέζι της Κυριακής



Στέλλα Βλαχογιάννη




Παρασκευή

Τέλειωσαν τα ψέμματα
Το αλογάκι σκότωσε το παιδί
Ο ξύλινος στρατιώτης πυροβόλησε
   τα χρόνια
Ο ακροβάτης άφησε τα σκοινιά
   κι έπιασε τους κρεμασμένους
Όλα στροβιλίζονται στο μυαλό
Όταν φυσάει
Νοτιάς τα όνειρά μας
Υγρασία
Το τραπέζι της Κυριακής
                          το στρώνουν
                                      οι απόντες



[από τη συλλογή  "η θλίψη του σώματος",  ενότ. Μεγάλη Εβδομάδα - ]

Κυριακή, 8 Μαΐου 2011

η πιο όμορφη




José Angel Buesa





Canción del Amor Lejano


Ella no fue, entre todas, la más bella,
pero me dio el amor más hondo y largo.
Otras me amaron más; y, sin embargo,
a ninguna la quise como a ella.

Acaso fue porque la amé de lejos,
como una estrella desde mi ventana...
Y la estrella que brilla más lejana
nos parece que tiene mαs reflejos.

Tuve su amor como una cosa ajena
como una playa cada vez más sola,
que únicamente guarda de la ola
una humedad de sal sobre la arena.

Ella estuvo en mis brazos sin ser mía,
como el agua en cántaro sediento,
como un perfume que se fue en el viento
y que vuelve en el viento todavía.

Me penetró su sed insatisfecha
como un arado sobre llanura,
abriendo en su fugaz desgarradura
la esperanza feliz de la cosecha.

Ella fue lo cercano en lo remoto,
pero llenaba todo lo vacío,
como el viento en las velas del navío,
como la luz en el espejo roto.

Por eso aún pienso en la mujer aquella,
la que me dio el amor más hondo y largo...
Nunca fue mía. No era la más bella.
Otras me amaron más ... Y, sin embargo,
a ninguna la quise como a ella.


~.~.~


Το τραγούδι του Μακρινού Έρωτα


Μετάφραση: Μαριάννα Τζανάκη


Αυτή δεν ήταν, ανάμεσα σ' όλες, η πιο όμορφη
αλλά μου έδωσε τον πιο βαθύ και παράφορο έρωτα.
Άλλες με αγάπησαν περισσότερο· και, χωρίς αμφιβολία,
καμιά δεν αγάπησα όπως αυτήν.

Ίσως ήταν επειδή την αγάπησα από μακριά,
σαν ένα αστέρι απ' το παράθυρό μου...
Και το αστέρι που λάμπει πιο μακριά
μας φαίνεται πως έχει περισσότερες λάμψεις.

Είχα τον έρωτα της σαν ένα πράγμα αλλουνού
σαν μια παραλία κάθε φορά πιο μόνη,
που κρατούσε απ' το κύμα αποκλειστικά
ένα νότισμα του αλατιού πάνω στην άμμο.

Βρισκόταν στην αγκαλιά μου χωρίς να είναι δική μου,
σαν το νερό σε μια διψασμένη κανάτα,
σαν ένα άρωμα που 'φευγε με τον άνεμο
και που επέστρεφε με τον άνεμο πάλι.

Με διατρυπούσε η ανικανοποίητη δίψα της
σαν ένα αλέτρι στο λιβάδι,
ανοίγοντας στη φευγαλέα σχισμή της
την ευτυχισμένη ελπίδα της συγκομιδής.

Αυτή ήταν το προσιτό στο απρόσιτο,
αλλά γέμιζε όλο το κενό,
όπως ο άνεμος στα πανιά του καραβιού,
όπως το φως στο σπασμένο καθρέφτη.

Γι αυτό σκέφτομαι ακόμη εκείνη τη γυναίκα,
αυτή που μου έδωσε τον πιο βαθύ και παράφορο έρωτα...
Ποτέ δεν ήταν δική μου. Δεν ήταν η πιο όμορφη.
Άλλες με αγάπησαν περισσότερο... Και, χωρίς αμφιβολία,
καμιά δεν αγάπησα όπως εκείνη.


~.~.~


Το τραγούδι του έρωτα απ' του κόσμου τα μάκρη
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.



Η πιο όμορφη ασφαλώς δεν είταν, πλην όμως
τον πιο βαθύ έρωτα α υ τ ή μού ’χει χαρίσει.
Τις άλλες, που με λάτρεψαν, ας μη λυπήσει
καμμιά τους που εγώ δεν αγαπάω τόσο. Ο δρόμος,
που μου την έφερε, στα χάη έχει τη μιά του άκρη –
λες άστρο που μου εράμφισε το παραθύρι...
Έν’ άστρο, που μαρμαίρει στο άπειρο, χατήρι
μάς κάνει, αν μας φωτάει αφειδώς από τα μάκρη.

Σαν πράγμα αδέσποτο είχα εγώ τον έρωτά της:
σαν παραλία που-ειταν έρημη, και μόνο
τα κύματα ξεβράζανε μακρύ έναν στόνο
στης άμμου της τη ράχη, υγρόν κι αλατισ-
μένο. Αγκαλιά την είχα, δίχως νά ’ν’ δικιά μου:
σαν το νερό μες στην κοιλιά μιας διψασμένης
κανάτας ή σαν άρωμα που πας και δένεις
στου ανέμου την ουρά ή και στα σφυρά της άμμου.

Με τρύπαγε με την ακόρεστή της πείνα –
αλλότριο αλέτρι που οργώνει το χωράφι·
κι από τ’ αυλάκι, που έχασκε, έβγαινε χρυσάφι
που της συγκομιδής της την άγιαν ώρα εμήνα.

Υπήρξε αυτή το μακρινό που πάει και πέφτει
στο παρακείμενο – και το κενό γεμίζει
σαν αύρα που του πλοίου τα πανιά ανεμίζει,
σαν φως που σε σπασμένον κόβεται καθρέφτη.

Εκείνη τη γυναίκα σκέφτομαι. Στη ζωή μου
τον πιο βαθύ έρωτα α υ τ ή μού ’χει χαρίσει.
Δεν είταν η πιο όμορφη... ούτε καν δική μου.
Τις άλλες, που με λάτρεψαν, ας μη λυπήσει
πως ’κ ε ί ν η ν αγαπάω εγώ με όλο το κορμί μου.